Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Τι είναι η ελευθερία του Τύπου; Μια εξαρτημένη μεταβλητή της αγοράς ή ένα θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα;



του Βασίλη Μουλόπουλου



Γιατί η δημοσιογραφία έχει χαρακτηριστεί «τέταρτη εξουσία»; Γιατί στο παρελθόν ήταν ένα όργανο στην υπηρεσία του πολίτη, ενάντια στις παρανομίες και στις καταχρηστικές πράξεις και πρακτικές των τριών θεσμικών εξουσιών - της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής. Μια αντι-εξουσία δηλαδή.

Δυστυχώς για τη δημοσιογραφία και για τη δημοκρατία εδώ και αρκετά χρόνια έχει ξεκινήσει μια μετάλλαξη στον χώρο του Τύπου - και των media γενικότερα - η οποία στη λέξη «αντι-εξουσία» κάνει όλο και πιο αχνό το πρόθεμα «αντι».

Στις μέρες μας η δημοσιογραφία είναι μια εξουσία πολλές φορές χειρότερη από τις άλλες. Μια εξουσία που εγκατέλειψε αυτούς που θα έπρεπε να υπηρετεί και τέθηκε στην υπηρεσία αυτών που θα έπρεπε να ελέγχει.

Τι συνέβη και τι συμβαίνει;

Η μετάλλαξη της δημοσιογραφίας και της λειτουργίας του δημοσιογράφου είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις αλλαγές στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Ο τομέας της πληροφόρησης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Και είναι μάλιστα ένας από τους βασικούς κλάδους της παραγωγής.

Σε ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία 20 χρόνια μεγάλα οικονομικά κέντρα συγκεντρώνουν υπό τον έλεγχό τους τα Μέσα: Internet, TV, εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα.

Οι οικονομικοί κολοσσοί τα θέτουν υπό τον έλεγχό τους και απαιτούν απόδοση της επένδυσής τους: είτε ευθέως, με χρηματιστηριακή ευρωστία των μετοχών, είτε πλαγίως, χρησιμοποιώντας τα media ως μοχλούς πίεσης, πολιτικής κυρίως, για να κάνουν μπίζνες.

Ετσι, οι διευθυντικές θέσεις δίνονται σε μάνατζερ, οι οποίοι εφαρμόζουν στα media τις ίδιες μεθόδους σαν σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση: περιορισμός του προσωπικού, εντατικοποίηση της εργασίας, αύξηση των πωλήσεων με διαφημιστικά τεχνάσματα (από τις κατσαρόλες στα DVD), παραγωγή ενός προϊόντος μαζικής κατανάλωσης.

Σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομία, η πληροφόρηση χρησιμεύει μόνο για να πουλιέται και να πουλάει. Ή, ακόμη, να προετοιμάζει πολέμους, πραξικοπήματα και ανατροπές πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγετών.

Ανάλογες είναι και στην Ελλάδα οι εξελίξεις στον τομέα του Τύπου και των media, με τις απαραίτητες προσαρμογές στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού: στρεβλώσεις του μοντέλου της αγοράς, επιχειρήσεις και επιχειρηματίες κακέκτυπα των διεθνών προτύπων. Αυτές οι στρεβλώσεις δημιούργησαν προϊόντα στην εγχώρια αγορά των media που πωλούνται με ζημιές (οι περισσότερες εφημερίδες μπαίνουν μέσα και τα κανάλια επιβιώνουν κλέβοντας τις εργοδοτικές εισφορές) αλλά πουλάνε... Από όπλα και δρόμους μέχρι ηλεκτρονικά δίκτυα, τζόγο και ενέργεια.

Οι έλληνες επιχειρηματίες, αν δεν κερδίζουν από τις επενδύσεις τους στον Τύπο, κάτι θα πρέπει να κερδίζουν, αυτό είναι ο νόμος της αγοράς, ειδάλλως γιατί σπαταλάνε τα «με τόσο κόπο κερδισμένα» λεφτά τους;

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα.

Σε μια κρίση μητέρα όλων των κρίσεων, όπως πολλοί τη χαρακτηρίζουν. Που έρχεται να συναντήσει τη μακρόχρονη κρίση η οποία μαστίζει τις εφημερίδες.

Εδώ και 20 χρόνια σε Ευρώπη και Αμερική οι εφημερίδες χάνουν συνεχώς: αναγνώστες, κυκλοφορία, χρήμα και, τον τελευταίο χρόνο, διαφήμιση.

Οι προσπάθειες να διασωθούν από την κρίση οι τράπεζες, οι βιομηχανίες, οι βιοτεχνίες, το εμπόριο είναι πολλές, αλλά από αυτές τις προσπάθειες τα ΜΜΕ εξαιρούνται.

Και όμως η διάσωση των εφημερίδων είναι υπόθεση δημοκρατίας.

Αν η πληροφόρηση δεν είναι ένα εμπόρευμα ή ένα δομημένο προϊόν όπως όλα τα υπόλοιπα, αν όπως λέγεται είναι ένα από τα θεμέλια της δημοκρατίας, τότε για να σωθεί ο Τύπος πρέπει να επιστρέψουμε στις θεμελιώδεις αξίες της πληροφόρησης. Γιατί η οικονομική κρίση θα καταστρέψει πολλές αξίες, μαζί με τους φορείς τους, μεταξύ των οποίων είναι και η ελευθερία του Τύπου. Δηλαδή η ελευθερία των ιδεών και η ελευθερία ενημέρωσης των πολιτών.

Τι είναι λοιπόν η ελευθερία του Τύπου; Μια εξαρτημένη μεταβλητή της αγοράς ή ένα θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα;

Σε αυτό το δικαίωμα, κράτος και αγορά, πολιτική εξουσία και οικονομική εξουσία είναι δεσμευμένοι ή μπορούν να το ελαστικοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, μέχρι του σημείου να το ευνουχίζουν; Η υπεράσπιση αυτής της ελευθερίας, βασικής για τη λειτουργία της δημοκρατίας, περνάει μόνο από τη διεκδίκηση του πλουραλισμού στην ιδιοκτησία των Μέσων - είναι δηλαδή ένα πρόβλημα αντιτράστ ή είναι μια αξία αφεαυτή;

Σχηματικά: η ελευθερία του Τύπου και της ενημέρωσης ταυτίζεται με την ιδιοκτησία των εφημερίδων, των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών ή είναι διακριτή από αυτήν και υπερισχύει της ιδιοκτησίας;

Η ελευθερία του Τύπου περιέχει δύο διαφορετικά δικαιώματα, κανένα από τα οποία δεν συνδέεται με την ιδιοκτησία. Το ένα είναι η ελευθερία της έκφρασης και το άλλο η ελευθερία της ενημέρωσης. Το πρώτο είναι στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων: να εκφράζεις ελεύθερα τις απόψεις σου και να τις μεταδίδεις. Το δεύτερο είναι ένα κοινωνικό δικαίωμα: να δέχεσαι πληροφορίες όχι συσκοτισμένες, όχι μανιπουλαρισμένες, όχι διαστρεβλωμένες. Και τα δύο δικαιώματα μπορούν να αναιρεθούν ή να περιοριστούν με δύο τρόπους: ή με την απαγόρευσή τους, μέθοδο που χρησιμοποιούν τα αυταρχικά καθεστώτα, ή με τη συγκέντρωση των media και τον έλεγχό τους από ισχυρά οικονομικοπολιτικά συμφέροντα. Είναι το μοντέλο που παγκοσμίως εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια. Η συγκέντρωση των media στα χέρια εργολάβων, προμηθευτών του Δημοσίου, εμπόρων όπλων, επιχειρηματικών ομίλων και άλλων ευαγών ιδρυμάτων αλλοιώνει σήμερα αυτά τα δικαιώματα και τείνει να τα καταργήσει.

Ετσι, από την ελευθερία του Τύπου περνάμε μέσω ενός ολιγοπωλίου των media στην ελευθερία της ιδιοκτησίας. Είναι ένα φαινόμενο που επιδεινώνεται και εδραιώνεται με την τηλεόραση.

Οι εφημερίδες ήταν κατά μεγάλο ποσοστό καθαρά εκδοτικές επιχειρήσεις, ο ανταγωνισμός των οποίων ταυτιζόταν με τον ανταγωνισμό των ιδεών και την ποιότητα της πληροφόρησης. Αυτό τα τελευταία χρόνια έχει εκφυλιστεί. Οι ιδιοκτησίες περιλαμβάνουν εφημερίδες, ραδιόφωνο και τηλεόραση και ελέγχονται από οικονομικούς ομίλους ξένους προς το αντικείμενο.

Η τηλεόραση, πολύ περισσότερο από τις εφημερίδες, έχει γίνει ένας δημόσιος τόπος. Είναι ίσως ο κυρίαρχος δημόσιος τόπος διαμόρφωσης της κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης.

Ετσι, η πολιτική γίνεται και αυτή ένα εμπόρευμα στην αγορά των media, με αποτέλεσμα την άμεση διασύνδεση χρήματος, πληροφόρησης και πολιτικής. Επενδύσεις για να παραχθεί πληροφόρηση, πληροφόρηση για να παραχθεί πολιτική, πολιτική για να παραχθεί χρήμα. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο φαύλος κύκλος, το φαινόμενο που αποκαλείται "διαπλεκόμενα συμφέροντα".

Η τηλεόραση οφθαλμοφανώς αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο πρόβλημα της δημοκρατίας. Γιατί εκφράζει την αντίθεση μεταξύ αφενός της ελευθερίας του Τύπου, των ιδεών, της πληροφόρησης και αφετέρου του ελέγχου, της χειραγώγησης, της στρέβλωσης αυτής της ελευθερίας από τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα.

H χώρα έχει παραδοθεί στα χέρια μιας τηλεοπτικής ηγεσίας, φαινόμενο όχι συγκυριακό όπως πολλοί νομίζουν, αλλά με ρίζες βαθιές που τρέφονται από το αίτημα (και το έλλειμμα) για πληροφόρηση μιας κοινωνίας καταφρονεμένης. H τηλεόραση, από MME - μέσο μαζικής επικοινωνίας-, αναδεικνύεται κατ' εξοχήν προνομιούχος χώρος που παράγει εξουσία. Που υπαγορεύει τον χρόνο και τον τρόπο του πολιτικού διαλόγου: "ή παίζεις το παιχνίδι μου ή δεν υπάρχεις". Και οι πολιτικοί, οι υπουργοί, οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, οι καθηγητές πανεπιστημίου, οι συνδικαλιστές, οι καλλιτέχνες, για να υπάρξουν, εμφανίζονται ως γλάστρες στις εκπομπές των νέων ταγών του δημόσιου βίου. Σχηματίζουν την κλάκα των χειροκροτητών που νομιμοποιεί τη μετάλλαξη της δημοκρατίας σε τηλεδημοκρατία.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αλλοίωση των θεσμών άκρως επικίνδυνη. Το δίκαιο και το άδικο, το νόμιμο και το παράνομο, το ηθικό και το ανήθικο δεν το κρίνουν το κράτος δικαίου με τους θεσμούς του, αλλά το κράτος της τηλεόρασης με τους αστέρες του.

Το «τέλος της Ιστορίας» μπορεί να μην ήρθε, αλλά το τέλος της δημοσιογραφίας βρίσκεται πολύ κοντά. Οι εφημερίδες εδώ και είκοσι χρόνια ασθενούν βαρέως και η κρίση θα τους δώσει τη χαριστική βολή.

Οι ιδιοκτήτες, οι εκδότες, τα επιτελικά στελέχη των εφημερίδων ψάχνουν για λύσεις αλλά δεν τις βρίσκουν. Και αυτό είναι το περίεργο. Ολοι μας γνωρίζουμε τις συνταγές που δίνουν και τις ακολουθούμε: «Δώστε στους αναγνώστες να διαβάσουν αυτά που τους ενδιαφέρουν, περιορίστε τα κομμάτια που δεν πουλάνε. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική, για τις κοινωνικές συγκρούσεις, για τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Ο πολιτισμός, η τέχνη δεν πουλάνε».

Αυτό είναι το μοντέλο που όλοι μας, όλες οι εφημερίδες, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, ακολουθούν: μια «λάιτ» δημοσιογραφία χαμηλής ποιότητας. Ιστορίες κοινότοπες, κουτσομπολιά για τους «επώνυμους», σεξουαλικά σκάνδαλα.

Τη συνταγή την εφαρμόζουμε, αλλά η σούπα που προσφέρουμε δεν αρέσει. Κάθεται στο στομάχι των αναγνωστών, τους προκαλεί ξινίλα και μας λένε: Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

Γιατί λοιπόν ιδιοκτησία και δημοσιογραφικά επιτελεία επιμένουν να παράγουν ένα προϊόν που δεν πουλάει; Υπάρχει μια αντίφαση σ' αυτό.

Μια μέρα του 1977, σε μια κρίση ειλικρίνειας ο διασημότερος ancorman της γαλλικής TV, ο Πατρίκ Πουάβρ ντ' Αρβόρ, ερωτώμενος περιέγραψε το περιεχόμενο της δουλειάς του: «Είμαστε εδώ για να δώσουμε μια επίπεδη εικόνα του κόσμου».

Μήπως σ' αυτή τη φράση βρίσκεται το κλειδί της αυτοκτονικής, εκ πρώτης όψεως, συμπεριφοράς των ιδιοκτητών - εκδοτών;

Μήπως εμείς οι δημοσιογράφοι δίνουμε μια επίπεδη εικόνα του κόσμου που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα, ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά;

Η ερώτηση είναι για μένα ρητορική και η απάντηση προφανής: Ναι, τα συμφέροντα των ισχυρών οικονομικών κέντρων, διεθνών και ιθαγενών.

Η κρίση της δημοσιογραφίας βαδίζει χέρι χέρι με την κρίση της πολιτικής. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη μία χωρίς να μιλήσουμε για την άλλη. Και η συζήτηση των ημερών για το ποιος απαξιώνει ποιον - οι δημοσιογράφοι τους πολιτικούς ή οι πολιτικοί τους δημοσιογράφους - μου θυμίζει το περίφημο αν η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα.

Βρισκόμαστε στο τέλος μιας επιχείρησης οικοδόμησης ενός καθεστώτος βασισμένου στο δόγμα της μοναδικής σκέψης που δεν αποδέχεται καμία παρέκκλιση, καμία αμφισβήτηση και το οποίο ελέγχεται από τα νέα ισχυρά κέντρα εξουσίας, αυτά που ελέγχουν και την πληροφόρηση και την επικοινωνία. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο.

Ομάδες συμφερόντων οι οποίες, πέρα από τις διαμάχες τους, συγκλίνουν αντικειμενικά σε έναν κοινό στόχο: να αρθούν πάνω από τους νόμους της πολιτείας και της πολιτικής και να ηγεμονεύσουν.

Σ' αυτό το έργο, που θέλει τη μετάλλαξη του κράτους σε κερδοσκοπική εταιρεία και των κομμάτων σε επιχειρήσεις, ο ρόλος των πολιτικών και της δημοσιογραφικής ελίτ είναι όλο και περισσότερο αυτός των υπαλλήλων των οικονομικών ομάδων. Υπαλλήλων ενσωματωμένων, αλλοτριωμένων και πλούσιων.

Οποιος ζει μέσα στο σύστημα των ΜΜΕ γνωρίζει ότι η ομοιομορφία στην «επίπεδη εικόνα του κόσμου» που δίνουν δεν οφείλεται σε προσχεδιασμένα ρεπορτάζ των δημοσιογράφων. Οι δημοσιογράφοι, τις περισσότερες φορές, δεν γράφουν συνειδητά με σκοπό να μανιπουλάρουν το κοινό, για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας. Ολος αυτός ο μακιαβελισμός δεν χρειάζεται γιατί, ώσπου η κρίση να τραυματίσει θανάσιμα τα ΜΜΕ, οι δημοσιογράφοι (το μεγαλύτερο μέρος τους) πίστευαν στην «επίπεδη εικόνα του κόσμου» την οποία έδιναν. (Σήμερα, η μαζική προλεταριοποίηση στον κλάδο, παρενέργεια της κρίσης, άλλαξε τα πράγματα και αυτό χρήζει συζήτησης σε μιαν άλλη ημερίδα.)

Τα ΜΜΕ στοχεύουν στο να εγκλωβίσουν τα μυαλά των πολιτών στην κυρίαρχη ιδεολογία, να περάσουν στη συνείδηση των ανθρώπων ότι η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη αγορά αποτελούν μονόδρομο. Οτι ένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός. Αλλά αυτό, το δημοσιογραφικό κατεστημένο των τελευταίων 20 ετών στη συντριπτική του πλειονότητα, το έγραφε και το έλεγε γιατί το πίστευε. Γιατί αποτελεί οργανικό κομμάτι του «ενιαίου κόμματος της εξουσίας» που ενώνει στις τάξεις του τον κόσμο των επιχειρήσεων, τον κόσμο της πολιτικής και τους διαμορφωτές γνώμης σε μια μεγάλη οικονομικοπολιτική εταιρεία, τελείως ξένη προς την κοινωνία και τα συμφέροντά της.



(Εισήγηση του προέδρου της ΠΟΕΣΥ Βασίλη Μουλόπουλου, στην ημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ, "Οι εξελίξεις στα ΜΜΕ", Αθήνα, 21/1/2009)

Δεν υπάρχουν σχόλια: